καστανιά


καστανιά
[касганья] ουσ. θ. каштановое дерево,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "καστανιά" в других словарях:

  • καστανιά — Δέντρο της οικογένειας των φαγκιδών (δικοτυλήδονα). Αποτελεί μέρος της δασικής χλωρίδας των θερμών ζωνών της Ευρώπης. Κατάγεται πιθανώς από τον μεσογειακό χώρο και ήταν γνωστή από την αρχαιότητα με την ονομασία Διός βάλανον. Στην Ελλάδα… …   Dictionary of Greek

  • Καστανιά — Sp Kastanijà Ap Καστανιά/Kastania L C ir Š Graikija …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • καστάνια — Δέντρο της οικογένειας των φαγκιδών (δικοτυλήδονα). Αποτελεί μέρος της δασικής χλωρίδας των θερμών ζωνών της Ευρώπης. Κατάγεται πιθανώς από τον μεσογειακό χώρο και ήταν γνωστή από την αρχαιότητα με την ονομασία Διός βάλανον. Στην Ελλάδα… …   Dictionary of Greek

  • καστανιά — η το δέντρο που παράγει κάστανα: Αυτή η περιοχή είναι γεμάτη καστανιές …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Άνω Καστανιά — Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 360 μ., 97 κάτ.) στην πρώην επαρχία Επιδαύρου Λιμηράς του νομού Λακωνίας. Βρίσκεται κοντά στη Νεάπολη. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Βοιών …   Dictionary of Greek

  • Κάτω Καστανιά — Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 200 μ., 112 κάτ.) στην πρώην επαρχία Επιδαύρου Λιμηράς του νομού Λακωνίας. Βρίσκεται στο νοτιοανατολικό τμήμα του νομού, 145 χλμ. ΝΑ της πόλης της Σπάρτης. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Βοϊών …   Dictionary of Greek

  • Ξηροτύρης, Ζάχος — (Καστανιά Υπάτης 1904 –). Νομικός, λαογράφος και συγγραφέας. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Σταδιοδρόμησε ως δικηγόρος στην Αθήνα. Διετέλεσε νομάρχης Χαλκιδικής και Φλώρινας, γενικός γραμματέας των Γενικών Διοικήσεων… …   Dictionary of Greek

  • Πύρρος, Διονύσιος — (Καστανιά, Θεσσαλία 1777 – Αθήνα 1853). Ιατροφιλόσοφος, δάσκαλος και συγγραφέας. Φιλομαθής και αποδημητική φύση, σπούδαζε και δίδασκε μετακινούμενος συνεχώς από τόπο σε τόπο, σχεδόν μέχρι τα σαράντα του χρόνια: καλόγερος αρχικά στα Μετέωρα,… …   Dictionary of Greek

  • καστανίας — καστανίᾱς , καστανίαι sweet chestnuts masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κάστανο — Βλ. λ. καστανιά (κάστανο). * * * το (AM κάστανον, Α και κάστανος και καστανέα και καστανιά, ή, και καστάναιον και καστάν(ε)ιον, τὸ) ο καρπός τού δέντρου καστανιά νεοελλ. φρ. α) «βγάζω τα κάστανα από τη φωτιά» εκτελώ το δύσκολο και επικίνδυνο… …   Dictionary of Greek